Il Giardino Segreto di Prospero

ΧΕΝΡΙ ΜΙΛΛΕΡ
HENRY MILLER: Ο κολοσσός του Αμαρουσίου
(Οriginal: The colossus of Marousi, 1941)

Δεν θα είχα πάει ποτέ στην Ελλάδα αν δεν υπήρχε εκείνο το κορίτσι, η Μπέτι Ράιαν, που έμενε στο ίδιο σπίτι μ' εμένα στο Παρίσι. Ένα βράδυ, πάνω από ένα ποτήρι κρασί, άρχισε να μιλάει για τις εμπειρίες της από τις περιηγήσεις της στον κόσμο. Την παρακολουθούσα πάντα με μεγάλη προσοχή, όχι μόνο γιατί οι εμπειρίες της ήταν παράξενες, αλλά γιατί όταν μιλούσε για τις περιπλανήσεις της ήταν σαν να τις ζωγράφιζε: όσα περιέγραφε έμεναν στο μυαλό μου σαν τελειωμένοι πίνακες ενός μεγάλου ζωγράφου. Εκείνο το βράδυ η συζήτηση ήταν περίεργη.
Αρχίσαμε να μιλάμε για την Κίνα και την κινέζικη γλώσσα, την οποία είχε αρχίσει να μαθαίνει. Γρήγορα πήγαμε στη βόρεια Αφρική, στην έρημο, ανάμεσα σε λαούς που δεν τους είχα ακούσει ποτέ πριν. Και τότε ξαφνικά βρέθηκε εντελώς μόνη της, περπατώντας δίπλα σ' ένα ποτάμι, και το φως ήταν έντονο κι εγώ την ακολουθούσα όσο καλύτερα μπορουσα στον εκτυφλωτικό ήλιο, εκείνη όμως χάθηκε, κι εγώ βρέθηκα να περιπλανιέμαι σε μια ξένη χώρα, ακούγοντας μια γλώσσα που δεν είχα ακούσει ποτέ πριν. Αυτό το κορίτσι δεν είναι ακριβώς μια αφηγήτρια, αλλά ένα είδος καλλιτέχνιδας, αφού κανένας δεν μου έχει δώσει την ατμόσφαιρα ενός τόπου με τόση πληρότητα όσο αυτή για την Ελλάδα. Πολύ αργότερα ανακάλυψα ότι ο τόπος όπου είχε περιπλανηθεί, κι εγώ μαζί της, ήταν κοντά στην Ολυμπία, όμως τότε για μένα ήταν απλώς η Ελλάδα, ένας κόσμος από φως τέτοιο που ποτέ δεν είχα ονειρευτεί και ποτέ δεν ήλπιζα να δω.
Για μήνες πριν από αυτή τη συζήτηση λάμβανα γράμματα από την Ελλάδα από τον φίλο μου τον Λόρενς Ντάρελ, ο οποίος είχε κυριολεκτικά κάνει πατρίδα του την Κέρκυρα. Τα γράμματά του ήταν επίσης θαυμάσια, ωστόσο κάπως μη πραγματικά για μένα. Ο Ντάρελ είναι ποιητής και τα γράμματά του ήταν ποιητικά. Μου προκαλούσαν κάποια σύγχυση, επειδή το όνειρο και η πραγματικότητα, το ιστορικό και το μυθολογικό, μπλέκονταν τόσο καλλιτεχνικά. Αργότερα ανακάλυψα και μόνος μου ότι αυτή η σύγχυση είναι πραγματική και δεν οφείλεται εντελώς στην ποιητικότητα. Αλλά τότε νόμιζα πως ξετύλιγε την τέχνη του, ότι αυτός ήταν ο δικός του τρόπος να με κάνει να αποδεχτώ τις επανειλημμένες προσκλήσεις του να πάω και να μείνω μαζί του......................................... Στη Μασσαλία πήρα το καράβι για τονΠειραιά. Ο φίλος μου ο Ντάρελ θα με συναντούσε στην Αθήνα και θα με έπαιρνε μαζί του στην Κέρκυρα. Στο καράβι ήταν πολλοί Λεβαντίνοι. Τους ξεχώρισα αμέσως, προτιμώντας τους από τους Αμερικανούς, τους Γάλλους και τους Άγγλους. Επιθυμούσα πολύ να μιλήσω με Άραβες, Τούρκους, Σύριους και παρόμοιους. Ήμουν περίεργος να μάθω πώς έβλεπαν τον κόσμο. Το ταξίδι θα κρατούσε τέσσερις πέντε μέρες, κάτι που μου έδινε αρκετό χρόνο για να γνωριστώ με εκείνους για τους οποίους ήθελα να μάθω περισσότερα. Εντελώς τυχαία, ο πρώτος φίλος που έκανα ήταν ένας έλληνας φοιτητής της ιατρικής που επέστρεφε από το Παρίσι. Μιλούσαμε γαλλικά. Το πρώτο βράδυ συζητούσαμε μέχρι τις τρεις ή τέσσερις τα ξημερώματα, κυρίως για τον Κνουτ Χάμσουν, με τον οποίο, όπως ανακάλυψα, οι 'Ελληνες ήταν παθιασμένοι. Στην αρχή φαινόταν περίεργο να μιλάμε γι' αυτόν το μεγαλοφυή από τον Βορρά ενώ πλέαμε σε ζεστά ύδατα. Αλλά εκείνη η συζήτηση με δίδαξε αμέσως ότι οι Έλληνες είναι ένας ενθουσιώδης, φιλομαθής, παθιασμένος λαός. Το πάθος— ήταν κάτι που μου είχε λείψει πολύ στη Γαλλία. Όχι μόνο το πάθος, αλλά και η αντιφατικότητα, η σύγχυση, το χάος — όλες αυτές τις γνήσιες ανθρώπινες ιδιότητες τις ξανανακάλυψα και τις χάρηκα στο πρόσωπο του καινούργιου μου φίλου. Και τη γενναιοδωρία. Κόντευα να πιστέψω ότι είχε χαθεί από τη γη. Και να εμείς, έναςΈλληνας και ένας Αμερικανός, με κάτι, κοινό, και όμως δύο εντελώς διαφορετικά άτομα. Ήταν μια υπέροχη εισήγηση στον κόσμο που επρόκειτο να ανοίξει μπροστά στα μάτια μου. Είχα ήδη ερωτευτεί την Ελλάδα, και τους Έλληνες, πριν ακόμη αντικρίσω τη χώρα.Ένιωσα εκ των προτέρων ότι ήταν ένας φιλικός, φιλόξενος λαός, εύκολος να τον πλησιάσεις και να σχετιστείς μαζί του. ...................................................................................................
Την άλλη μέρα αποφάσισα να πάρω το καράβι για την Κέρκυρα, όπου με περίμενε ο φίλος μου ο Ντάρελ. Αποπλεύσαμε από τον Πειραιά κατά τις πέντε το απόγευμα, με τον ήλιο να καίει σαν καμίνι. Είχα κάνει το λάθος να πάρω εισιτήριο για τη δεύτερη θέση. Όταν είδα τα ζώα που έμπαιναν στο πλοίο, τα κρεβάτια, όλων των ειδών τα τρελά συμπράγκαλα που κουβαλάνε οι 'Ελληνες μαζί τους στο ταξίδι, το άλλαξα αμέσως για την πρώτη θέση, που ήταν μόλις λίγο πιο ακριβή από τη δεύτερη. Ποτέ πριν δεν είχα ταξιδέψει πρώτη θέση με κανένα μέσο, εκτός από το μετρό στο Παρίσι — μου φάνηκε πραγματική πολυτέλεια. 0 σερβιτόρος στριφογύριζε συνέχεια μ' ένα δίσκο ποτήρια γεμάτα νερό. Αυτή ήταν και η πρώτη ελληνική λέξη που έμαθα: νερό, τι υπέροχη λέξη! Καθώς έπεφτε η νύχτα φάνηκαν αμυδρά τα νησιά, σε κάποια απόσταση, μάλλον αιωρούμενα πάνω από τα ύδατα παρά ακίνητα. Τα άστρα φάνηκαν με μια μεγαλόπρεπη λαμπρότητα και ο αέρας ήταν απαλός και δροσερός. Άρχισα αμέσως να νιώθω τι είναι η Ελλάδα, αυτό που υπήρξε, αυτό που θα είναι πάντα, ακόμα κι όταν θα έχει την ατυχία να κατακλυσθεί από αμερικανούς τουρίστες. Όταν με ρώτησε ο καμαρότος τι θα ήθελα να φάω το βράδυ, μαντεύοντας τι επρόκειτο να έχουμε για δείπνο, παραλίγο να ξεσπάσω σε κλάματα. Τα γεύματα στα ελληνικά καράβια είναι καταπληκτικά. Προτιμώ ένα καλό ελληνικό φαγητό από ένα γαλλικό, έστω κι αν είναι αιρετικό να το παραδεχτώ. Υπήρχαν πολλά φαγητά και πολλά ποτά' έξω ο αέρας και ο ουρανός γεμάτος άστρα. Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να φύγω από το Παρίσι, χωρίς να τραβήξω ούτε πινελιά για ένα χρόνο. Ήταν οι πρώτες πραγματικές διακοπές μου ύστερα από είκοσι χρόνια κι ήταν όπως τις περίμενα. Όλα μού φαίνονταν σωστά. Δεν υπήρχε πια χρόνος, βρισκόμουν σ' ένα αργό καράβι έτοιμος να συναντήσω ότι θα 'ρχόταν και να το δεχτώ. Από τη θάλασσα, λες και τα είχε τακτοποιήσει για μένα ο ίδιος ο 'Ομηρος, ξεπηδούσαν τα νησιά, μοναχικά, εγκαταλειμμένα, μυστηριακά στο φως που έσβηνε. Δεν θα μπορούσα να ζητήσω τίποτε περισσότερο, ούτε ήθελα τίποτε περισσότερο. Είχα όλα όσα ποθούσε ένας άνθρωπος, και το ήξερα.
Ήξερα επίσης πως ποτέ δεν θα τα είχα ξανά...........................................................................................